Pages

Μάνος Στεφανίδης: Άνθρωπος που πέφτει

Υπάρχουν ζωγράφοι οι οποίοι ζωγραφίζουν με μεγάλη δεξιοτεχνία το προφανές. Υπάρχουν όμως και ζωγράφοι που ζωγραφίζουν - όπως μπορούν και όσο αντέχουν - αυτό που συμβαίνει πίσω ή και πέρα από τα πράγματα. "Την βοήν των προσιόντων" που θα έλεγε και ο Αλεξανδρινός. Την πίσω όψη των φαινομένων, τη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης. Την άβυσσο και τη γοητεία της. Το πρόσωπο σαν μάσκα ή, ακόμη πιο χαρακτηριστικά, σαν ένα τοπίο στο οποίο τα πάντα μπορούν να συμβούν. Σαν τον κρατήρα ενός ενεργού ηφαιστείου. Ένας τέτοιος ακραίος, και για αυτό σημαντικός, ζωγράφος είναι κι ο Βασίλης Σούλης. Σ' αυτήν εδώ την τρίτη του ατομική έκθεση δέκα ολόκληρα χρόνια μετά από την πρώτη, το 2009, και μόλις δύο από την δεύτερη, το 2017, ο καλλιτέχνης, ασφαλής πλέον ως προς τις τεχνικές ή και τα κόλπα της τέχνης του, μπορεί να ενδίδει άφοβα στις ανασφάλειες του κερδίζοντας με ρίσκο το αισθητικά προσφορότερο. Δηλαδή να μπορεί να ζωγραφίζει χωρίς προστατευτικό δίχτυ, με τον φόβο του κενού αλλά και την ευλογία της ουσιαστικής δημιουργίας. Μιας δημιουργίας που θέλει να πάρει θέση σε αυτό που συμβαίνει σήμερα στον κόσμο και μπορεί να απευθυνθεί τίμια στον σύγχρονο θεατή αυτού του κόσμου. Έτσι πρέπει. Η τέχνη δεν είναι δημοσιοϋπαλληλία ούτε κι η ζωγραφική είναι απλή διακόσμηση με δεδομένους, τους κανόνες. Ο όποιος κανόνας στην αληθινή δημιουργία διατυπώνεται μετά από την ολοκλήρωση του έργου. Ποτέ πριν.
Δέκα χρόνια μετά λοιπόν, να  ένας πιθανός τίτλος για την παρούσα ενότητα, ο Βασίλης Σούλης παρουσιάζει τους καρπούς της ωρίμανσης και το εύρος των κατακτήσεων του, τόσο στη φόρμα  και στην οργάνωση της όσο και στην αφήγηση με όσα μυστικά  αυτή διαθέτει και στην "επανεφεύρεση" της συγκίνησης την οποίαν a priori οφείλει να υπηρετεί το κάθε έργο τέχνης. 
Αν χρησιμοποιούσα έναν τεχνικό όρο για να περιγράψω τους πίνακες που μού έδειξε στο μικρό, ασφυκτικό του εργαστήριο σε μία ταράτσα του Παλαιού Φαλήρου, με τον ήλιο έξω να καίει και τα χρώματα των έργων του μέσα να ιριδίζουν στο κόντρα φως, θα χρησιμοποιούσα την λέξη "αποδόμηση", deconstruction.
Επειδή, εκεί που στους παλιότερους πίνακες του κυριαρχούσε το στιβαρό σχέδιο δηλαδή η έννοια της δομής, τώρα ο Σούλης μοιάζει να χτίζει ένα εντυπωσιακό οικοδόμημα για να έχει μετά τη χαρά να το καταστρέψει. Όχι από μαζοχισμό ή ανόητη επίδειξη δύναμης αλλά απ' την βαθιά ανάγκη να ψάξει ο ίδιος τα εκφραστικά όρια του. 
Γιατί περί αυτού πρόκειται:
Άνθρωποι στα όριά τους, άνθρωποι που κραυγάζουν, που γελάνε υστερικά, άνθρωποι ήρεμοι στην απόγνωσή τους, άνθρωποι που πέφτουν. Να ένας άλλος, πιθανός τίτλος για την παρούσα ενότητα: "Άνθρωπος που πέφτει". Σαν το ομότιτλο συνταρακτικό αφήγημα του Don de Lillo. Επειδή διαπιστώνω ένα ανάλογο κλίμα απελπισίας αλλά και γενναιότητας, φόβου αλλά και πίστης ως προς αυτό που αποκαλείται ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Χωρίς μελοδραματισμό.
Ακόμη και όταν ζωγραφίζει ζώα, ταύρους που επιτίθενται, τίγρεις σε οργασμό ο Σούλης σκέφτεται τους ανθρώπους. Οι συμβολισμοί, οι μεταφορές, ή οι συμπαραδηλώσεις, εν προκειμένω, είναι εύκολες για αυτό και δεν θα επιμείνω σ' αυτές. Αυτό που θα υπογραμμίσω στο σύντομο μου σημείωμα είναι πως έχουμε μπροστά μας μίαν αυθεντική ζωγραφική, πυκνή και σε περιεχόμενο και σε γλώσσα, με όλες τις αντιφάσεις αλλά και τα επιτεύγματά της. Και αυτό δεν είναι λίγο.

Μάνος Στεφανίδης, 19/9/2019


x