Pages

Ίρις Κρητικού :" Οικείες και ανοίκειες απεικονίσεις στο έργο του Βασίλη Σούλη ".


Η ζωγραφική είναι μια αυτοτελής, πραγματιστική πράξη, είναι όμως ταυτόχρονα κάτι που ενέχει μαγικές ιδιότητες. Το να βρίσκομαι στο εργαστήριό μου, είναι ταυτόσημο με το να βρίσκομαι μέσα στο ιδιωτικό μου θέατρο.
                                                                                                                        Paυla Rego




    Στην πρώτη του ατομική έκθεση, ο Βασίλnς Σούλnς καταθέτει μια σειρά έργων που εκτελούνται σε μεγάλες ως επί το πλείστον διαστάσεις, απεικονίζοντας τα μοναχικά πορτρέτα των οικείων του με παράδοξους, ενίοτε δε, ενοχλητικούς τρόπους απεικόνισης. Πολλά από τα έργα αυτά, έχουν αρχικά δnμιουργnθεί ως μικρότερα προσχέδια που το καθένα πειραματίζεται με διαφορετικές κινήσεις, εκφράσεις, διαθέσεις και στοιχεία σύνθεσης. Πρόκειται για ενδελεχείς αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα, που απασχολούν σχεδόν εξ ολοκλήρου το οπτικό και το συναισθηματικό πεδίο του καλλιτέχνη: οι γονείς, οι λοιποί συγγενείς και οι φίλοι, τα μικρά παιδιά που κατοικούν στα γειτονικά διαμερίσματα, απαθανατίζονται από τον Σούλn σε στάσεις οξύμωρες και αναπάντεχες, δίχως τnν παραμικρή πρόθεση εξωραϊσμού, αρχικά ως «σκnνοθετnμένα» οπό τον ίδιο φωτογραφικά ενσταντανέ και στn συνέχεια ως ζωγραφικά πορτρέτα όπου τα μοντέλα ντύνονται με ρούχα που ο ίδιος επιλέγει από τα καθnμερινά τους ενδύματα, μετατρέποντάς τα σε αυτοσχέδια κοστούμια. καταλαμβάνοντας σχεδόν εξ ολοκλήρου το ζωτικό χώρο του καμβά και εξουδετερώνοντας με την κυρίαρχη παρουσία τους το ίδιο το εξωτερικό περιβάλλον στο οποίο ανήκουν. Διάσπαρτα και μεγεθυμένα απεικονίζονται ακόμη κάποια συνδεδεμένα με εκείνους και εξίσου απομονωμένα από το φυσικό περιβάλλον τους αντικείμενα που αποκτούν μέσω τnς τωρινής εικονοποιημένnς μοναχικότητάς τους μια νέα υπόσταση: μια φθαρμένn βαλίτσα n ένα κόκκινο παιδικό τρενάκι (όπου το φαινομενικά αθώο παιχνίδι μετατρέπεται σε κάτι λανθάνοντα σκλnρό) σε διαφορετικές ζωγραφικές εκδοχές, που αποσπώνται οπό τον ιδιοκτήτn τους, τρεπόμενο με τn σειρά τους στα συμβολικά σnμεία μιας συνοπτικής αφήγnσnς τnς ταυτότnτας του πρώτου και του αθέατου χωροχρόνου όπου ο ίδιος κατοικεί. Κατά τn διαδικασία τnς ζωγραφικής πράξης εγκαταλείποντας τnν ασφάλεια του καθορισμένου σχεδίου, ο Σούλnς οδnγεί με δεξιότnτα τnν εστία του βλέμματος στον βασικό πυρήνα του θέματός του μέσω του πυκνού, κατnφούς χρώματος. μέσω του
παρατεταμένου σβnσίματος και τnς επανεγγραφής, μέσω τnς κατά τόπους συμπύκνωσnς και του nθελnμένου
non finito, του κατά συνθήκn θεραπευτικού ατελεύτnτου τnς ζωγραφικής πράξnς.

    Στο έργο του Σούλn, όπου n κοπιώδnς απεικόνισn τnς συχνά άναρθρης φυσικής ύπαρξης των φιγούρων μετατρέπεται σταδιακά στnν βασανιστική αναπαράστασn του μοναχικού εγκλεισμού τους σε ένα προκαθορισμένο «εσωτερικό» περιβάλλον, διαφαίνονται συχνά οι εκλεκτικές επιδράσεις του Lυcian Freυd, τnς Paυla Rego και του Jean Rustin. Παρατηρώντας τις φιγούρες του νέου δημιουργού, θα συμφωνήσουμε ίσως, αντίστοιχα, με τnν άποψη του Freυd ότι «στn ζωγραφική σκηνογραφία πλανάται ένα μυστήριο», «κάτι περισσότερο ή λιγότερο αναμενόμενο, σίγουρα ωστόσο ένα προσωπικό άρωμα, μέσα από το οποίο αναδύεται σταδιακά το έργο τέχνης, ακόμη και όταν δεν μπορούμε να γνωρίζου με ποιες ακριβώς υπήρξαν οι
αποσκευές του καλλιτέχνη που το δnμιούργnσαν», καθώς, ό,τι ο ίδιος ζωγραφίζει, προστίθεται στην κατανόnσn μας για εκείνον, για τις πηγές και τα εφόδια που τον οδήγησαν ως το συγκεκριμένο έργο. Ειδωμένn μέσα από τα μάτια του, n εικόνα παίρνει όψεις αναπάντεχες. αποκτά έναν ιδιάζοντα χαρακτήρα, τρεπόμενn,
σύμφωνα με τον Lawrence Gowing «σε κάτι άλλο που κανείς δεν είχε προηγουμένως παρατnρήσει». Θα αναγνωρίσουμε, ίσως, ακόμη, κάποιες οπό τις αρχές που διέπουν τους ζωγραφικούς αυτοσχεδιασμούς τnς
Rego, καθώς, με αντίστοιχο τρόπο, το ολόσωμα πορτρέτα του Σούλn, καταγράφοντας κατά τα φαινόμεναμε πιστότητα τους οικείους του, μα αναστρέφοντας στη συνέχεια την προφανή αλήθεια της εικόνας. Τρέπονται εντέλει σε κάτι ανοίκειο, ή, ακριβέστερα, σύμφωνα με τη Judith Collins «σε μια αποδομημένη οικειότητα που δεν προστατεύει, αλλά, οξύνει, δεσμεύοντάς μας ως το εσώτατο είναι μας σε μια καθηλωτική και αυτοπαθή σχέση παρατήρησης».

     Τα ζωγραφικά υποκείμενα του Σούλη, δεν βολεύονται εύκολα στον καμβά: επινοημένα εξ αρχής ως νεοσύστατες οικογένειες χαρακτήρων και αντικειμένων δίνοντας διέξοδο τόσο στη φαντασία του δημιουργού τους όσο και σε εκείνη του θεατή, απεικονίζονται σε ολόσωμη διόγκωση -χωρίς στην πραγματικότητα να κοιτούν το θεατή αυτόν- σε γωνιώδεις n οφιόσχημες στάσεις. Ασφυκτιώντας εντός του προκαθορισμένου τελάρου, ισορροπούν σε θέσεις ορθές αλλά ασταθείς. συστρέφονται, κουλουριάζονται, έρπουν και κάμπτονται καθώς ανιχνεύουν τις άγνωστες συνθήκες του χρώματος, την πρώτη ύλη της αναπαραστατικής ουσίας που καθιστά την οπτική επαφή ηλεκτροφόρα και συναρπαστική. Το εκχύλισμα των απεικονίσεών τους, μιλά άλλοτε για την εύθραυστη και άλλοτε για τη σκληρή φύση τους. για τn δυνnτική χαρά και τnν υποβόσκουσα θλίψη που ταυτόχρονα με τα φυσικά χαρακτηριστικά τους, εφορμά στον καμβά.

    Στα έργα ετούτο που μετοικούν σε ένα συμπιεστικό πλαίσιο που οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές τους αδυνατούν να διαρρήξουν, διαφαίνονται ακόμη οι προσωπικές αναμνήσεις, οι εντάσεις και οι π πιέσεις τnς παιδικής nλικίας του καλλιτέχνn, τα χαοτικά αλλά πολύτιμα αποσπάσματα των προσωπικών βιωμάτων του. Με το επινοnτικό και συχνά υπαινικτικό περιεχόμενό τους, οι ανακεκλnμένες από τn μνήμn ή από τn φαντασία εικόνες του Σούλη οργανώνουν κλειστοφοβικά εσωτερικά, εχθρικούς, συσπώμενους χώρους με σκληρές σκιές, όπου, παράλληλα με τις ασυνείδητες σημειώσεις του καλλιτέχνη, εκτίθενται άβολα ανθρώπινα ένστικτα όπως η υποβόσκουσα ανθρώπινη σκληρότητα και η εν δυνάμει ταπείνωση και όπου. πέρα από την απεικόνιση μιας προαπαγορευμένης επιθυμίας απόδρασης, η εικονογραφική τυποποίηση υπαινίσσεται τους αυστηρούς ηθικούς και κοινωνικούς κώδικες που διέπουν αυτές τις φιγούρες που εξ ορισμού αδυνατούν να σπάσουν τα όρια.

    Εξετάζοντας εντέλει τη νεοσύστατη αυτή ζωγραφική του Σούλη, μπορούμε, ακόμη, ενδεχομένως. όπως και στην περίπτωση της Rego, να αναφερθούμε στη θεατρική φύση της, καθώς τα υποκείμενά της, εκτίθενται σαν χαρακτήρες θεατρικού έργου, συστήνοντας σκηνές σε χώρους που ο ίδιος ο ζωγράφος επιμελείται και εξασφαλίζει, μετατρέποντάς τους σε συντετμημένες χωροταξικές σnμάνσεις που καθορίζονται από αυτά που περιλαμβάνουν αλλά ταυτόχρονα, καθορίζουν και αυτά που εμπεριέχουν. Μπορούμε ωστόσο, ακόμn, να αποπειραθούμε μια καταβύθιση στο υποσυνείδnτο του ζωγράφου, που ως πολύπλοκος επεξεργαστής, εισάγοντας δεδομένα, τα εξάγει με διαφορετική χροιά: πέρα από το θεατρικό τους εκτόπισμα, οι μορφές του Σούλη συνεχίζουν να απεικονίζονται ως πραγματικές υπάρξεις. με την πεποίθηση ότι «η ίδια η φύση έχει μεγαλύτερη ποικιλία και περισσότερο απρόσμενες εκδοχές από όσες οποιοδήποτε επινοημένο πεδίο μπορεί να συμπεριλάβει».

                                                                                                                  
 Iστορικός – Kριτικός  Tέχνης : Ίρις Κρητικού
                                                                                                              Ιανουάριος 2009